Έγινε τραγούδι και «άγιο τσιπουράκι»

Γεννήθηκε μέσα στην «παρανομία», εξαπλώθηκε στην Ελλάδα μετά την Μικρασιατική Kαταστροφή, έγινε τραγούδι και «άγιο τσιπουράκι»

Οι παλιοί έλεγαν πως το ούζο θέλει θαλασσινούς μεζέδες και το τσίπουρο γήινους. Ομως, αυτό συναρτάται, τις περισσότερες φορές, με τα προϊόντα του κάθε τόπου. Στα παραθαλάσσια τσιπουράδικα του Βόλου, οι μεζέδες έχουν ένα πιο θαλασσινό χαρακτήρα, ενώ στη Μακεδονία είναι πιο γήινοι. Μια οφτή (ψητή, δηλαδή) πατάτα, δυο χλωροκούκκια ή λίγα λούπινα, μασουλίζουν στα καφενεία της ορεινής Σητείας πίνοντας την τσικουδιά τους. Κι όπως λέει ο κι ο Μανόλης Χλουβεράκης από το συνεταιρισμό της Σητείας «ο καλύτερος μεζές της τσικουδιάς είναι ο καλός ο λόγος».

Ο Μπαμπατζιμόπουλος πάλι μου απαρίθμησε ελιές, ντολμαδάκια, ψητά μανιτάρια, βολβούς, τουρσιά με μπούκοβο, καυτερές πιπεριές, που με την ένταση των 38% - 44% vol. σβήνει η κάψα τους, πατάτες ψητές με βουβαλίσιο βούτυρο κι ένα σωρό άλλα, απλά στη σύλληψη «φαγάκια», που νοστιμίζουν το τσίπουρο και βελτιώνουν τη διάθεσή μας.

Πίνοντας ένα τσίπουρο και τρώγοντας τους μεζέδες του ελληνικού τραπεζιού, το ποτό αυτό λειτουργεί καταλυτικά: αφενός διεγείρει καλύτερα τους γευστικούς μας θυλάκους και αφετέρου, χάρη στον υψηλό αλκοολικό του τίτλο, «περνάει» ευκολότερα πάνω από τις «δύστροπες» γεύσεις των παστών ή καπνιστών ψαρικών, που συνήθως το συνοδεύουν. Ενα ποτηράκι τσίπουρο αρκεί για να σε χαλαρώσει, σου δίνει όμως και τη δυνατότητα να συνεχίσεις το κυρίως φαγητό σου με κρασί. Μιλώντας τις προάλλες με το φίλο και «βετεράνο» Ελληνα αποσταγματοποιό, Ανέστη Μπαμπατζιμόπουλο, θέλησα να του αποσπάσω μερικά από τα μυστικά του τσίπουρου.

Ο Ανέστης, μέγας ρέκτης του τσίπουρου και της καλής παρέας, μου εξηγεί την ιστορία και τα μυστικά της παραγωγής των λευκών αποσταγμάτων. Ολα τους αρχικά ονομάζονταν «ρακή» είτε προέρχονταν από την απόσταξη στεμφύλων σταφυλής ή σύκων ή χαρουπιών ή μαστίχας ή κυδωνιών ή γλυκάνισου ή μάραθου.

Μέσα από μια διήγησή του μαθαίνω ότι οι πρόγονοί του, όπως και οι πρόγονοι των περισσοτέρων σημερινών αποσταγματοποιών μας, μυήθηκαν στην τέχνη παραγωγής τους, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Και αφού το κρασί ήταν απαγορευμένο από το Κοράνι έπρεπε να μεταποιηθεί για να επιτραπεί η κατανάλωσή του. Καθώς, λοιπόν, οι Οθωμανοί δεν έχουν μεγάλη σχέση με την αμπελοκαλλιέργεια, το επάγγελμα σύντομα ελληνοκρατείται και οι «δικοί» μας ρακιτζήδες, μαζί με τους αρωματοποιούς, αποτελούν μια προνομιούχο τάξη στο πλαίσιο της κοινωνίας. Σε αυτό συνετέλεσε και η προτίμηση των γυναικών των χαρεμιών για το ποτό αυτό.

Μετά την Μικρασιατική Kαταστροφή, όταν πρόσφυγες πια οι αποσταγματοποιοί αναζήτησαν μια νέα ευκαιρία στον ελλαδικό χώρο, αρχίζει να εξαπλώνεται η τέχνη τους και στην παλιά Ελλάδα. Αυτοί συνετέλεσαν στην άνθηση της αποσταγματοποιίας και δημιούργησαν ένα νέο κλάδο παρασύροντας στους κόλπους του και κάποιους μέχρι εκείνη την ώρα ερασιτέχνες.

Σήμερα, οι όροι η «ρακή» ή το «ρακί» και «ρακιτζής» δεν χρησιμοποιούνται πια επισήμως, παρ' ότι σε πολλά μέρη ο όρος επιζεί, κυρίως για τα προϊόντα χωρικής απόσταξης. Επίσης, στη Δυτική Κρήτη, η τσικουδιά εξακολουθεί να λέγεται και «ρακή». Και, για να λύσουμε μία και καλή τις παρεξηγήσεις, ρακή, τσίπουρο και τσικουδιά είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Ποιο είναι το πραγματικό τσίπουρο

Ως τσίπουρο ή τσικουδιά ορίζουμε το προϊόν απόσταξης των στεμφύλων σε άμβυκες ασυνεχούς λειτουργίας χωρητικότητας 1.000 λίτρων. Σύμφωνα με τη ισχύουσα νομοθεσία, ο τελικός αλκοολικός τίτλος της τσικουδιάς ή του τσίπουρου πρέπει να είναι μεγαλύτερος από 37,5 % vol και η μέγιστη περιεκτικότητά τους σε μεθανόλη 8 γρ./λίτρο αλκοόλης 100% vol.

Ο νομοθέτης δίνει το δικαίωμα να κυκλοφορούν τα ποτά αυτά με τις τοπωνυμικές ενδείξεις: Τσικουδιά Κρήτης, Τσίπουρο Μακεδονίας, Τσίπουρο Τυρνάβου και Τσίπουρο Θεσσαλίας, με την προϋπόθεση βέβαια ότι εμφιαλώνονται στον τόπο παραγωγής τους.

Η λέξη «τσίπουρο» ή και «τσίκουδο» περιγράφει αρχικά τα κουκούτσια και κατ' επέκταση τα ζυμωμένα στέμφυλα (ό,τι έχει απομείνει δηλαδή αφού πιεστούν τα σταφύλια που προορίζονται για την οινοποίηση) με μικρή περιεκτικότητα σε χυμό σταφυλής. Το τσίπουρο μπορεί να αρωματίζεται με μάραθο ή γλυκάνισο. Τα τελευταία χρόνια, κάποιοι αποσταγματοποιοί άρχισαν να αποστάζουν ολόκληρη τη μάζα του σταφυλοπολτού. Συνεπώς, το προϊόν της απόσταξης αυτής ονομάζεται «απόσταγμα σταφυλής».

Σε όσες αμπελουργικές περιοχές της χώρας μας υπήρχε μια κάποια παράδοση χωρικής απόσταξης παρατηρούμε ότι οι ερασιτέχνες αποσταγματοποιοί, προσπαθώντας να βελτιώσουν, αρωματικά, την ποιότητα της απόσταξής τους ενισχύουν τη «ρακή» τους με φρούτα ή με καρπούς. Σε αυτήν τη λογική συναντάμε, για παράδειγμα, τη μπουντουβίνα (με χλιαρό νερό από το ξέπλυμα των κυψελών το οποίο υφίσταται ζύμωση), στην Αρναία της Χαλκιδικής ή τη μερτόρακη (με καρπούς μυρτιάς), στην Κρήτη. Αντίθετα, η πιο διάσημη μουρνόρακη δεν είναι τίποτα άλλο από ένα απόσταγμα μούρων. Το ίδιο συμβαίνει και σε διάφορες άλλες περιοχές, όπως στην Ηπειρο, όπου χρησιμοποιούν αγριόμηλα και φασκόμηλο για να αρωματίσουν τα τσίπουρά τους. Ενα τέτοιο τσίπουρο, το Κατώγι, φτιαγμένο ακριβώς με τις συνήθειες του τόπου σχεδίασε και ο Μπαμπατζιμόπουλος, όταν ο αείμνηστος Ευάγγελος Αβέρωφ ζήτησε τη συνδρομή του για να αναβιώσει, με σύγχρονο τρόπο, μια παραδοσιακή δραστηριότητα της Ηπείρου.

Η διαδικασία παραγωγής είναι λίγο-πολύ η ίδια σε όλα τα αποστακτήρια. Αφού πιεστούν τα σταφύλια για την εξαγωγή του γλεύκους, που προορίζεται για την οινοποίηση, τα στέμφυλα οδηγούνται σε ανοξείδωτες δεξαμενές όπου τα σάκχαρα του ελάχιστου γλεύκους που έχει απομείνει ζυμώνουν σε μια μάλλον χαμηλή θερμοκρασία, γύρω στους 20o C. Οταν ολοκληρωθεί η ζύμωση, τα στέμφυλα αποστάζονται σε μικρούς χάλκινους άμβυκες ασυνεχούς (διπλής) απόσταξης. Αν το τσίπουρο περιέχει γλυκάνισο, προς το τέλος της επαναπόσταξης προστίθενται τα αρωματικά, αφού προηγηθεί εκχύλιση των αρωματικών ελαίων.

Με γλυκάνισο ή χωρίς;

Αυτό είναι από εκείνα τα ερωτήματα που προκαλούν την κοινότοπη απάντηση «περί ορέξεως ...; κολοκυθόπιτα». Αν αγαπάτε τη γλυκανισάτη γεύση μπορείτε να το προτιμήσετε άφοβα. Οπως λένε, το αιθέριο έλαιο του γλυκάνισου, η ανηθόλη, ανοίγει την όρεξη, βοηθάει την πέψη κι είναι πολύ καλό καταπραϋντικό.

Παγωμένο ή όχι;

Και εδώ την ίδια απάντηση θα παίρνατε, αν δεν υπήρχε η άποψη των αποσταγματοποιών, που ισχυρίζονται ότι τα τσίπουρα πίνονται δροσερά ή γύρω στους 12ο C. Πολλές φορές όμως όσοι δεν αντέχουν το υψηλόβαθμό τους προτιμούν να τα πιουν πολύ πιο κρύα. Μόνο προσοχή γιατί έτσι ξεγελάνε και μας παρασύρουν και σε μεγαλύτερη κατανάλωση.